Η Αλληγορία του Τρελού

Imageτης Στέλας Παναγιωτοπούλου

Βρίσκομαι στη μέση ενός λιβαδιού. Δεν πρόκειται όμως για ένα πράσινο λιβάδι με χρωματιστά λουλούδια και πεταλούδες που παίζουν με τις σκιές τους κάτω από τον καλοκαιρινό ήλιο. Τα χόρτα είναι καμένα, το μοναδικό χρώμα που φαίνεται βρίσκεται χιλιόμετρα μακριά. Ο ουρανός είναι γεμάτος αέρια. Ο ήλιος καίει το δέρμα με έναν αργό βασανιστικό τρόπο και το μόνο που ακούγεται είναι ένα μονότονο βουητό. Παντού άνθρωποι, χωρίς ρούχα με ηλιοκαμένα, αδύνατα σώματα. Όλοι περπατούν προς την ίδια κατεύθυνση, προς το χρώμα, αλλά κανείς δεν κοιτάει τον άλλον ή μιλάει μαζί του. Κάποιοι σταματούν το περπάτημα και προσπαθούν να σκάψουν το χώμα και να θαφτούν μέσα, μάλλον ελπίζοντας πως ο ήλιος κάποια στιγμή θα σταματήσει να καίει τόσο. Περπατάω στην ίδια κατεύθυνση με τους άλλους. Ίσως αν περπατούσα προς την αντίθετη, να έφτανα πίσω στο σημείο εκκίνησης και να έβρισκα εκεί κάτι πιο ελπιδοφόρο. Αλλά κάτι θα ξέρουν όλοι, αυτό ελπίζω τουλάχιστον.

Ξαφνικά εμφανίζεται μπροστά μου μια μορφή τόσο γνώριμη αλλά και τόσο παραμορφωμένη, που δεν ξέρω αν πρέπει να χαρώ που βρήκα κάποιον γνωστό ή αν πρέπει να τρέξω.  Ήταν τόσο αγαπητό αυτό το πρόσωπο, όμως τώρα είχε αλλάξει: Τα μαλλιά του και τα φρύδια του ήταν καμένα, τα μάτια του είχαν μαυρίσει, τα χείλια του είχαν ασπρίσει και σκιστεί, όλο του το πρόσωπο είχε αδυνατίσει και είχε γεμίσει ρυτίδες, μπορούσε κανείς με ευκολία να μετρήσει τα πλευρά του.

Στο παρελθόν ήταν πρόσωπο εμπιστοσύνης, αλλά τώρα φαινόταν πως οι αλλαγές στο πρόσωπό του πήγαζαν από την ψυχή του και αντιπροσώπευαν την αθλιότητα του εσωτερικού του κόσμου. Προσπαθεί να μιλήσει, αλλά ακόμα ακούγεται μόνο το βουητό που καλύπτει όλους τους άλλους ήχους. Προσπαθώ να διαβάσω τα χείλια του. Αγωνίζομαι να κρατήσω τα μάτια μου ανοιχτά, αλλά αυτά κλείνουν λες και δε θέλουν να καταλάβω τι προσπαθούσε να μου πει. Ο ήλιος καίει το δέρμα μου, το κεφάλι μου πάει να σπάσει και παραδίνομαι. Αφήνω τα μάτια μου να κλείσουν και πέφτω κάτω.Image

Πόσο μαλακό ήταν το έδαφος. Το δέρμα μου σταμάτησε να καίει και δεν άκουγα πια κανένα βουητό. Κράτησα τα μάτια μου κλειστά και απόλαυσα για λίγο την ηρεμία, ώσπου σταγόνες βροχής άρχισαν να πέφτουν πάνω μου και να με δροσίζουν γλυκά κυλώντας πάνω στο σώμα μου. Κάποιοι λένε ότι ο Θεός βρίσκεται στη βροχή, αλλά μόλις άνοιξα τα μάτια μου κατάλαβα ότι κανένας Θεός δεν υπήρχε σε εκείνο το μέρος. Δεν είχα ξαναπάει ποτέ εκεί, αλλά το είχα γνωρίσει αρκετά καλά από περιγραφές βιβλίων και εικόνες. Πάντως στο μυαλό μου σίγουρα έτσι έμοιαζε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης. Ένα γκρίζο επίπεδο κτήριο μέσα σε ένα μουντό τοπίο ατελείωτης έκτασης. Παντού γύρω συρματόπλεγμα και μια γιγαντιαία μαύρη καμινάδα, από την οποία έβγαινε μαύρος καπνός και σκόνη. Πλησιάζοντας μπορούσα να διακρίνω ότι μαζί με τον καπνό έβγαιναν από το φουγάρο ψυχές ανθρώπων που ξεπερνούσαν την ταχύτητα του καπνού και βγάζοντας φριχτά ουρλιαχτά περνούσαν μέσα από τα σύννεφα. Ήμουν σχεδόν σίγουρη πως καθόταν εκεί και έκλαιγαν. Τα δάκρυά τους ήταν τόσο πολλά που πλημμύριζαν τον ουρανό και έσταζαν σιγά σιγά ανάμεσα από τα σύννεφα δημιουργώντας την ψευδαίσθηση της βροχής.

Αυτό που με εξόργιζε δεν ήταν οι άνθρωποι που τους προκάλεσαν αυτόν τον πόνο,  αλλά μία σκέψη που δεν μπορούσα να βγάλω από το μυαλό μου. Αν είχα ζήσει τότε τί θα έκανα; Θα ήμουν άραγε μία από τις βασανισμένες ψυχές ή ο βασανιστής τους; Θα αντιστεκόμουν στις διαταγές ή θα συμμετείχα σε αυτές τις φριχτές πράξεις; Και αν το σύστημα έλεγε «σκότωσε ή σε σκοτώνουν», τότε τι θα επέλεγα; Και καθώς τα σκεφτόμουν όλα αυτά συνειδητοποίησα ότι ζούσα τότε. Ίσως δεν ήμουν ούτε ο θύτης ούτε το θύμα, αλλά σίγουρα βρισκόμουν κοντά τους και δεν έκανα τίποτα για να βοηθήσω ούτε τον έναν ούτε τον άλλον. Θα μπορούσα ίσως να πλησιάσω τον βασανιστή και να τον μεταπείσω, ώστε να σταματήσει αυτή η φρίκη. Θα μπορούσα να γκρεμίζω έναν τοίχο, για να απελευθερώσω το παγιδευμένο πλήθος ή να σκοτώσω τον εαυτό μου, για να φτάσω στον ουρανό και να παρηγορήσω τις ψυχές που έκλαιγαν. Αλλά δεν έκανα τίποτε από αυτά. Ήμουν κομμάτι του τοπίου, ένα όμως κομμάτι άχρηστο. Θα μπορούσα να αλλάξω κάτι, αλλά δεν το έκανα. Ξύπνησα, ετοιμάστηκα και πήγα στο σχολείο.

(!) οι εικόνες είναι ζωγραφιές του Zdzisław Beksiński

Advertisements

About speira_mag

ανεξάρτητο μαθητικό περιοδικό
This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.

3 Responses to Η Αλληγορία του Τρελού

  1. Nidakos says:

    Φαίνεται ότι η συγγραφέας γίνεται ένα με το έργο της και εκφράζει συναισθήματα μέσω αυτού καθώς παρασύρει και τις δικές μου αισθήσεις μαζί με τις δικές της! Το μόνο που ίσως δεν μου “άρεσε” ήταν το τέλος. Γενικότερα αρκετά εμπνευστικό και ουσιώδες κείμενο, για όσους ξέρουν την συγγραφέα και τι έχει περάσει! Αναμένω το επόμενο 🙂

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s